Το τρίτο συρτάρι

Ζω σε αυτό το δωμάτιο είκοσι οχτώ. Στο παλιό αυτό μωσαϊκό έχει όλα μου τα βαδίσματα. Έχει και μια ρωγμή από το σεισμό του ’86, καθώς έμαθα αργότερα. Η ρωγμή καταλήγει σε μια σκονισμένη γούβα κάτω από το κρεβάτι μου.

Είκοσι οχτώ χρόνια.

Μοιράστηκα το δωμάτιο με τον αδερφό μου, τον παππού μου, την αδερφή μου, τον εαυτό μου, ένα αγόρι μελαχρινό… με τον εαυτό μου.

Το δωμάτιο, όπως το πρωτοθυμάμαι, ήταν θαλασσί ανοιχτό. Αργότερα, κίτρινο βρομιάρικο… «για να μη φαίνονται οι δαχτυλιές». Μετά ροζ ανοιχτό από δική μου επιλογή με μαύρα έπιπλα. Εφηβεία.

Τους τοίχους τους γεμίζαμε με αφίσες. Metallica, IronMaiden, RottingChrist, Nirvana. Φώναζε η μαμά με τους «σατανάδες». Μια μέρα γύρισα από το σχολείο και μου τις είχε ξεκολλήσει όλες σε μια γενική φασίνα.

Τους τοίχους τους είχαμε και για καμάρι και καύχημα. Αριστεία, βραβεία, πτυχία… ανεπιτυχώς γεμάτοι με την επιμέλειά μας.

Στους τοίχους καρφώναμε με μικρά καρφάκια και εικόνες των ονομαστικών μας αγίων. «Να σας φυλάνε», έλεγε η γιαγιά. «Ή να τις φιλάμε;», έλεγα εγώ. Για να την τσιγκλήσω. Τρύπες στους τοίχους και λειψοί σουβάδες φανέρωναν το κίτρινο, το θαλασσί το χρώμα.

Είκοσι οχτώ χρόνια.

Σε αυτό το δωμάτιο έχασα τα δυο μπροστινά μου δόντια. Στην ντουλάπα χώθηκα μέσα στις γούνες της μαμάς για να μην ακούω. Σε εκείνο το σημείο, γέλασα με μια έκθεση μου. Και βουνά τα ρούχα και τα βιβλία και χοροί απ’άκρη, σ’ακρη. Και ένα μικρό λευκό κουνελάκι που φρένιαζε τις νύχτες, το καημένο.

 

Η λευκή σιφινιέρα, η βαπτιστικιά όμως πάντα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο του δωματίου φαντάζει πια παράταιρη και μελαγχολική. Όλες τις οι γωνίες είναι κομμένες. Έχει και φθαρμένα χερούλια άσπρα. Στο τρίτο συρτάρι έχω τη ζωή μου. Την τειχίζω μέσα στον τρίτο το συρτάρι. Σκληρίζει η ενήλικη ζωή μου… καμουφλαριμένη κάτω από δήθεν φανελάκια εφηβικά, που δε φοράω πιά. Μα κραυγάζει από την κοιλιά μου. Τα πρόστυχά μου, τα ανείπωτά μου και ξεχολιάζω…

Στο τρίτο συρτάρι στριμώχνονται όλα μου τα άγνωστα. Εδώ θα μείνω, τι θα αλλάξει; Εδώ.

 

«Μην το ανοίγεις!».

Ένα συρτάρι, το τρίτο συρτάρι έχω. Μόνο αυτό. Μην το ανοίγεις.

Η πράσινη πετσέτα έχει τυλιγμένα τα άχαρα αυτά τα δώρα σου, της δικής σου ευχαρίστησης. Και κάτι σημειώματα πιο κάτω με γράμματα τσάτρα-πάτρα για τον Χ., που ποτέ δε του έστειλα και ας του έγραφα και όταν πέρασε αρκετός καιρός. Και η αφιέρωση του Γ. Και ένα ροζ απόκομμα απόδειξης που γράφει “Coupledufonte”. Και ένα σχισμένο εσώρουχο ξεραμένο στη γωνία κουλουράκι μικρό δεμένο. Όλα απόκρυφα και καλυμμένα. Κρυμμένα. Γι’ αυτήν την ενήλικη ζωή που δε ζω. Αυτή η μητρική φιλοξενία δημιούργησε το τρίτο συρτάρι.

Όλοι έχουμε πια ένα συρτάρι. Είμαστε αυτά τα αντικείμενα. Λίγο μυαλό και τόσοδα ψυχούλα στα συρτάρια. Εκεί δε κοκκινίζω, γιατί κανείς δε με ξεμπροστιάζει. Εκεί βρίσκομαι.

Και μεγαλώνω. Και δεν αλλάζει τίποτα. Θάρρος, όμως, στο συρτάρι… απτόητο! Αφυκτιώ…είκοσι και οχτώ… και εννιά… και ένα και δύο…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s