Ελένη

Γράφει η Βέρα Ι. Φραντζή

 

Αν πρέπει κάποιος να κατηγορήσει το χρόνο που περνά,

θα πρέπει να ’ναι οι νέοι,

οι γηρασμένοι όχι.

 

Είναι δειλή η ζωή

κι ανώφελα ιταμή.

Να φτάνεις κάποιος στο τέλος της περπατησιάς του

κι να ‘χει κόκκαλα σαν μάζα πολτό

και δέρμα ανταριασμένο

και εκείνη η ζωή να βλέπει

τους θεόρατους,

τους κεκλιμένους κορμούς,

τους αληθινούς

με αφροντισιά,

με οίκτο,

με καυχησιά.

 

Πως τα έφερε έτσι;

 

Θωρείς σε ένα παράθυρο

με ένα ματάκι θολό και μπλαβί

όλα

κι τα πάντα.

Λες πως το αυτί σου δεν άκουγε,

μα εσύ διάβασες στα χείλη

κλάματα από μωρά

τραγούδι

κι χορούς,

άκουσες.

 

Πάνω στη ποδιά

χέρια χτυπάς

σκληρές παλάμες.

Έχει πολλούς νεκρούς θρηνήσει

το φόρεμα το μαύρο

το μάλλινό σου.

 

Πώς να το βγάλεις;

 

Τώρα εγώ στο βάδισμά σου απάνω

σου γράφω

μα αυτό το ποιηματάκι

τίποτα δε μπορεί να θέλει.

Με απογοητεύει.

 

Ας είναι.

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s