Βραδινή ερώτηση

Γράφει η Βέρα Ι. Φραντζή

‘ένα’

Ξύπνησε αναπάντεχα μέσα στη νύχτα. Δε του συνέβαινε συχνά αυτό. Ειδικά τα καλοκαίρια έπαιζε ως αργά το βράδυ στην πλατεία και γυρνούσε μέσα στη γλιτσιασμένη σκόνη. Έκανε ένα μπάνιο ζεστό, όταν η μάνα του θυμόταν να του ανάψει το θερμοσίφωνα, και έπεφτε άφαγος για ύπνο.
Ευτυχώς που είχε ξυπνήσει. Κατουριόταν πολύ! Ίσως αυτό να του προκάλεσε ανησυχία απόψε. Αν λέρωνε τα σεντόνια, θα του φώναζαν πάλι για την τσίκνα και πως είναι μεγάλο παιδί πια στα δεκατρία για να κατουριέται πάνω του. «Δεν είσαι πια μια κουταλιά άνδρας!», του ξεστόμιζαν, αυτού που ήταν στα πρόθυρα του άνδρα… αλλιώτικου άνδρα.
Ψαχούλεψε μηχανικά τα μυωπικά γυαλιά του στο κομοδίνο. Τα χέρια του έπεσαν σε ένα πλαστικό στρατιωτάκι με δαγκωμένη λόγχη. Έριξε και το ποτήρι με την πορτοκαλάδα με ένα ήσυχο ήχο πάνω στο περιοδικό και τα έκανε όλα χάλια. Δεν τον πείραξε, όμως, γιατί του άρεσε να ξεχωρίζει τις κολλημένες σελίδες και να μπερδεύονται τα χρώματα και οι λέξεις σε εκείνες που είχαν νοτίσει περισσότερο. Τα βρήκε με την επόμενη κίνηση και τα κράτησε στη χούφτα του. Δεν ήταν έτοιμος να τα φορέσει και να δει καλύτερα. Ήταν πολύ νυσταγμένος. Μάλλον δε θα τα φορούσε. Σηκώθηκε παραπατώντας μέσα στον παιδικό του ύπνο και προχώρησε προς τη μισάνοιχτη πόρτα. Δεν την έκλεινε ποτέ την πόρτα. Ένιωθε ότι θα έσκαγε στον ύπνο του μέχρι το επόμενο πρωί. Δεν το ομολογούσα, αλλά φοβόταν λιγάκι να την κλείσει και να μείνει αποκομμένος στο δωμάτιο του. Περπάτησε ανάμεσα στα αφημένα παιχνίδια από χθες σαν να ψηλάφιζε με τα μικρά πέλματα τα αποστάφυλα ενός τρύγου. Τα γυαλιά στο χέρι ακόμη. Είχε σχεδόν ξυπνήσει και αφουγκράστηκε σιγανές ομιλίες από το άλλο δωμάτιο, το δωμάτιο των γονιών του. Συζητούσαν πάλι μέσα στο βράδυ. Πάλι κάτι έλεγαν. Πάλι μιλούσαν. Δεν ήθελε να ξεχωρίσει τις κουβέντες, που του χρεωνόντουσαν. Μουλάρωνε όταν τον θεωρούσαν μεγάλο αρκετά και να πρέπει να ακούει, να απαντάει, να σκέφτεται, να είναι μέρος αυτών που λένε εκείνοι, που έχουν προβλήματα σαν κρέπια σε παράθυρα δωματίου με νεκρό άνθρωπο άγνωστο.
Είχε ξεκινήσει να περπατάει προς την πόρτα χωρίς να έχει δώσει συνειδητά εντολή στον εαυτό του για αυτό το θάρρος. Θα έσκαγε σίγουρα εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να περάσει μπροστά από τους γονείς του, που μιλούσαν σοβαρά και ανέλυαν το πώς και το γιατί. Έμεινε μετέωρος για το τι να κάνει. Ξαφνικά, αποφάσισε να πέσει τα γόνατα σαν σαυράκι ναζιάρικο και να συρθεί πίσω από την κοντόχοντρη βιβλιοθήκη, έπειτα ήμερα μπροστά από το κρεβάτι το λυμένο των γονιών του και να χωθεί στο μπάνιο. Όπως τα σκέφτηκε, δεν θα άκουγαν κιχ από αυτόν. Άλλωστε ήταν μικροκαμωμένος για αγόρι και μελαχρινός, μαυριδερός. Δεν θα του έδιναν καν σημασία. Αυτό έβαλε σκοπό και άφησε τα γυαλιά του στην άκρη των ξύλινων ποδιών της καρέκλας που ακουμπούσε τη σχολική του τσάντα και το μπουφάν του ψιλό το λαδί, μπουφάν φθαρμένο και χιλιοφορεμένο από τα δυο μεγαλύτερά του αδέρφια.
Οι φωνές σαν να θέριευαν από μέσα κάπως. Ο πατέρας του λίγο πιο δυναμωμένα τολμούσε κάτι αναπάντεχο να εννοήσει…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s