Τα κάστρα μας…

Γράφει η Βέρα Ι. Φραντζή

Το κάστρο της Αστυπάλαιας ορθωμένο από πάνω μου ακριβώς• μου προκαλεί απόκοσμο αίσθημα. Εκεί με πέτρινους βαριούς τοίχους πάνω σε βράχια κοφτερά, πολιτεία μεσαιωνική και νεκρή ξεραίνεται κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου και γδέρνεται από τους αέρηδες που βιάζονται και τρέχουν σε όλο το νησί τόσα χρόνια.
Το κάστρο με πνίγει, με τρομάζει, με αποδιώχνει. Μου υπενθυμίζει το ασήμαντο της ανθρώπινης οντότητας, την ευήθεια των πεποιθήσεων μου για κάποια ελευθερία που αποζητώ. Το κάστρο φυλακίζει νου, χάχανα παιδικά, χαρές γυναικείες, ιδέες παντοτινές. Το κάστρο καγχάζει τα όνειρα και τα λέει χιμαιρικά.
Οτιδήποτε εγκλωβίζει τα ανθρώπινα σώματα, τα περιφράζει και τα περιφρουρεί μέσα σε στιβαρούς μαντρότοιχους νοητούς και μη είναι άξιο ψόγου της ανθρώπινης ζωής όπως την έχω διαβάσει και την έχω αισθανθεί… συνυφασμένη με την ανάσα, την αλλαγή, την κίνηση, τον ερωτισμό, τη γέννηση, τη δημιουργικότητα, η ζωή πώς να ολοκληρωθεί αυτή μέσα σε πετρώματα άφθαρτα; Η πραγματική εξέλιξη, η ολοκλήρωση, η επιτέλους αντάξια τελεσφόρηση του ανθρώπινου είδους και του πολιτισμού θα έρθει μέσα από ιδιότυπη προστασία των δικών μας με ανάλογη αναζήτηση των άλλων ανθρώπων και δόσιμο ανεξέλεγκτο (γιατί όχι;). Ως αρχαιολογικό μνημείο μου προκαλεί κάποιο ενδιαφέρον, αν και περισσότερο πάντα μου άρεσαν τα μικρά δείγματα ζωής από την αρχαιότητα όπως τα κοσμήματα και η κεραμική. Ως σύμβολο το απεχθάνομαι. Το κρίνω ιδωμένο με την σύγχρονη ματιά μου και το αποστρέφομαι.
Τα κάστρα μας…
Συγκρατούμε μέσα σε τοίχους τη ζωή μας, τα γέλια μας, τις ιστορίες μας. Φράζουμε τις σκέψεις μας μέσα σε αστικούς μαντρότοιχους, μιλάμε ψιθυριστά και καταλαγιάζουμε την φύση μας μέσα στη στερεή στειρότητα της συνήθειας, της ακινησίας, της συμβατικότητας. Και χνοάζει η περιπέτεια μέσα μας και μυκάται η επιθυμία, η ελπίδα, το όνειρο και βαριανασαίνουμε κλεισμένοι στα αστικά κλουβιά περιχαρακώνοντας το πηγαίο σεξουαλισμό και μυκτηρίζουμε τους ακραίους, τους άλλους και τους διαφορετικούς… τους λέμε τεμπέληδες, αιθεροβάμονες και κρίνουμε και λέμε. Τρομάζουμε με το ευκαιριακό, το πρόσκαιρο. Το κάστρο είναι παντοτινό, μα εμείς όχι. Επειδή το φτιάξαμε και το χτίσαμε τόσο γερό στο χρόνο και απρόσκλητο από τη τριβή των γήινων και των θνητών, νομίζουμε ότι θα είμαστε και εμείς παντοτινοί και περπατάμε πάνω στις συνήθειες και τον εύκολο ωχαδερφισμό.
Δεν ερωτευόμαστε πια κραυγαλέα, αμοιβαία, δοτικά. Μηρυκάζουμε έναν παλιό έρωτα, που μας πλήγωσε και γεννάμε ένα οστρακόδερμα στην καρδιά μας σκληρότατο και ατριβές για οποιαδήποτε συγκίνηση. Ζούμε στο σκοτάδι μιας περιφρόνησης των αισθημάτων και εθελοτυφλούμε μέσα σε αστικά τριάρια και χάρτινα κουτιά εφηβικά κάτω από τα στρώματα στα πατρικά μας σπίτια ή ακόμη χειρότερα σε ένα φάκελο ηλεκτρονικό με κωδικό μια λέξη ξεχασμένη από νανουρίσματα. Δεν αγκαλιαζόμαστε, όταν συναντιόμαστε μετά από καιρό σε σταθμούς του τρένου ούτε παίρνουμε τηλέφωνα το καλοκαιρινό μας φίλο πια. Πια.
Να αποκηρύξουμε τα κάστρα των ζωών μας… να γίνουμε ελεύθεροι μέσα από στιχάκια τραγουδιών μα και μέσα από πίνακες ιριδωτούς νέων ανθρώπων, που τους δόθηκαν χαρίσματα παλαιικά και παλεύουν να ξεμυτίσουν μέσα από τους τεχνοκράτες. Να έρθουμε πιο κοντά σε καλοκαίρια και εαρινές περατζάδες με ψιλά ζακετάκια στους ώμους δίπλα σε προβλήτες. Να σταματήσουμε την μανιέρα της κατάθλιψης και να κοιτάξουμε να είμαστε χαρούμενοι. Τα κάστρα μας πια… ουφ.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s