Οδηγίες προς έναν ζωγράφο

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

Είναι πέντε και μισή το πρωί. Έχεις ξυπνήσει δίχως λόγο και το σώμα σου φλυαρεί στα σεντόνια και αναστενάζει. Έχεις πάρει την απόφαση να ξυπνήσεις, να ανοίξεις το παράθυρό του υπνοδωματίου σου…μπροστά σ’εκείνο που από παιδί σαν καθόσουν γονατιστός στο σκαμνί και σκάρωνες παραστάσεις χαιρετώντας τους γείτονες , φαινόσουν ευχαριστημένος με κανά δυό ώρες παιχνίδι.
Φέρνεις το λευκό φύλλο μπροστά σου. Αυτά τα φύλλα δίχως γραμμές, χωρίς αρχή και τέλος τα γυρνάς δεξιά και αριστερά και τα ανακατώνεις, καθώς ανισόρροπα σου φαίνονται. Είναι πιο άτρωτα και από μητέρα Θεών και ανθρώπων. Αυλακιάζουν, όμως, σα δέρμα βρεφικό στο πρώτο του κλάμα.
(Κι εγώ δεν έχω τέμπερες. Οι γραμμές μου είναι σκληρά αυθύπαρκτες, αδάμαστες. Όμως, θα σου δώσω την εικόνα να τη ροδίσεις με το πινέλο σου και την ουρά του.)
Η μέρα είναι φθινοπωρινή. Έχει σύννεφα που καρτεροὐν να φτάσουν στο παράθυρό σου κοντά, να τα δεις πιο ξεκάθαρα και πόσο πυκνά είναι… αν τα διατρυπούν ηλιαχτίδες ή αν μπορείς να τα περάσεις με ένα πήδο. Μήπως μπορέσεις να αποστηθίσεις το βρομισμένο τους υπόλευκο. Μήπως μπορέσεις να πασπατέψεις τον ιχώρα που έχει απομείνει πάνω τους και να πάρεις ένα σπίλο από τούτο το υγρό και να το βάλεις ψηλά στη γωνιά του καμβά σου για ήλιο ή για λίγη περισσότερη ψυχή ή όπως ένα σκυλί δαρμένο που κάθεται με τα διπλωμένα σκέλια του μπροστά σε μια αυλόπορτα.
Πριν σε φτάσουν τα αερικά, θα δεις μια γυναίκα ξαπλωμένη με τα στήθη της να ρέουν προς το βουνό και τα πόδια της να κρέμονται άνευρα μέσα στο νερό. Μια καμέλια και ένα νούφαρο επιπλέουν δίπλα… σα μαλλιά της. Τα μαλλιά της… είναι σα σβησμένες φωτιές μέσα στο θαλασσινό νερό και ατόφια αγένεια ξεκληρίζει τα ζυγωματικά της. Είσαι επιδέξιος σε αυτά! Όλα θα τα σχεδιάσεις πρώτα με το μολύβι. Να μου μιλάς μόνο για να ξέρω ως πού θα φτάσεις. Μην με αφήνεις μόνη μου. Δε βλέπεις ότι δε μπορώ να τα καταφέρω;
Η γυναίκα έχει φουσκωμένη κοιλιά και οι ρώγες της είναι κρεατωμένες. Μια στάλα γάλα στάζει από τη μία και χώνεται μέσα στον αφαλό της… να ζωγραφίσεις το ποταμάκι από αυτό το μητρικό υγρό. Να φτιάξεις το εφήβαιό της σαν παχύφυλλο σέπαλο. Την κλειτορίδα της σαν σπίρτο αναμμένο. Τα χείλη της να σέπονται πάνω στο στερέωμα. Όμως, είναι ολοζώντανη, αν και κάπως νυσταγμένη από το θάνατο της προηγούμενης νύχτας. Σκέψου πως μπορείς να την πλάσεις όπως θες… βάλ’της ένα τσιγάρο μισοσβησμένο στο λακάκι του λαιμού της. Και δυο ανάσες αχνές από νηστικάτη αναπνοή στον αυγινό ουρανό πάνω από το μετωπό της σαν σύνθημα επαναστατικό.
Εμένα μου αρέσουν οι γάτες… εσένα; Για βάλε δυο να χαϊδεύονται στα πόδια της. Άλλωστε, αυτά τα ζώα δεν ενδιαφέρονται για το θάνατο παρά μόνο για τη γούνα τους… έτσι, δε θα συνοφρυωθούν αν πεθάνει μέχρι να της χρωματίσεις μελιά τα βλέφαρα ή να σχεδιάσεις ένα σαλιωμένο σημάδι από φιλί στο μέσα της γάμπα της.
(Συμφωνώ ξανά με την ιδέα των γατιών! Καθόλου δε θα αλλάξει η διάθεση τους… είναι ανήμπορα να παραιτηθούν από τη εφτάψυχη ζωή τους.)
Μην ασχοληθείς ακόμη με τους δυο ανθρωπάκους που κλέβουν σύκα από το μικρό περίβολο του Αγίου Σπυρίδωνα στην ακρογιαλιά. Σαν σκιές πεινασμένες, δε θέλουν πολλή επεξεργασία. Εγώ που έχω χορτάσει κάπως, μπορώ να σε διαβεβαιώσω. Ίσως, βάλεις λίγο μενεξεδί στα μάγουλά τους. Αχ… δε ξέρω πολλά από τα χρώματα και την τεχνική σου. Μια ιδέα σου δίνω, καθώς μασουλάς το ξύλινο πινέλο σου και αραιώνεις τις μπογιές σου.
Να σου πω για τη γυναίκα…
Είναι ζαλισμένη και απαλή. Πρόσεξε… μην την περάσεις για νέα! Έχουν περάσει πάνω από την κοιλιά της αγόρια που κώμαζαν χθες το βράδυ… αγόρια πιωμένα. Και ένας σερασκέρης Τούρκος άγνωστος. Να προσθέσεις στις παλάμες της δυο σεπτά σεραφείμ να συναντιούνται. Όλα αυτά πρέπει να τα περάσεις από το θολό το μαύρο εως το κίτρινο το χτυπητό και το κροκί… μην διστάσεις να βάλεις και τρεις κόκκινες φτερούγες πάνω στα δάχτυλά της.
Έγινε έξι. Πριν φύγει να τη ντύσεις ζεστά. Έχει αρχίσει να κάνει ψύχρα.Να τακτοποιήσεις τις πιέτες της φούστας της. Να βάλεις σε σειρά τα παραμύθια που λέει. Να βάλεις στη τσάντα της ένα βιασμό σε ένα παρτέρι κήπου έξω από μια παιδική χαρά. Μη σου ξεφύγουν από τον κότσο της τριχούλες ακατάστατες, για να μην καταλάβουν οι υπόλοιποι και χαλάσει η ευωχία της παρέας, του σογιού, της γιαγιάς μας. Να είναι καλοσιδερωμένος ο γιακάς στο πουκάμισό της .Να το έχει κεντήσει ένα ράφτης με τα χιλιοτρυπημένα δάχτυλα με πάχνη ανθρακική.
Έλα γρήγορα σηκώνεται να φύγει. Πρόλαβέ τη! Να τη ρωτήσεις γιατί άφηνε πάντα ασώπαστα τα πάθη της. Και γιατί ποτέ δε λέει την αλήθεια. Γιατί,όμως, κλαίει αληθινά. Εσύ που την ζωγράφισες, έχεις το δικαίωμα να την ρωτήσεις τα πάντα.
Θα σου μείνει ατέλειωτη η ζωγραφιά, έτσι όπως τα κατάφερες.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s