Το πορτρέτο

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

Le-Collier-by-Paul-DelvauxΚαθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Ένα μπαλκόνι που οδηγούσε ιλλιγιωδώς χάμω στην πίσω κατουρημένη αυλή του ξενοίκιαστου διαμερίσματος στο ισόγειο. Πριν απο αυτή, ένα άλλο βεραντάκι μικρό, παρατημένο στο έλεος των περιστεριών και στις ακαθαρσίες τους και αυτό. Οι μικρές ξεραμένες πράσινες μύξες βρομούσαν μέχρι τον δεύτερο όροφο που έμενε, αλλά συνέχιζε να στέκεται όρθιος και να καπνίζει το τσιγάρο ήσυχα με το ένα πόδι του να πατάει στη κοίλη γραμμή του διακοσμητικού μαιάνδρου των κάγκελων. Αυτά έκανε συνήθως…

Στην Αθήνα είναι ωραία τα Χριστούγεννα. Με μια μάλλινη ζακέτα και ένα πλεχτό κασκόλ ήταν ζεστός. Σκέφτηκε να φέρει την καρέκλα από το πλαστικό τραπέζι της κουζίνας και ένα ψηλό σκαμπό και να κάτσει εκεί να σχεδιάσει ό,τι του ερχόταν… όπως παλιά, με ένα καλοξυσμένο μολύβι, τίποτα άλλο. Βρήκε ένα κουτσουρεμένο, φαγωμενο στην άκρη του. Μόνο αυτό είχε. Πήρε το δίφυλλο ενος τετραδίου. Το άνοιξε μπροστά του σαν πόδια εγκυμονούσας, πριν τη μεγάλη έξοδο. Το έβαλε πάνω στο σκαμπό που κούτσουνε πάνω στο απροσάρμοστα τραχύ τσιμεντένιο δάπεδο. Η λεπτότητα του χαρτιού πάνω στο ξύλινο τραπέζι έκανε το μολυβάκι να τρεμοπαίζει να σχεδιάζει μικρά τόξα και κατευθύνσεις όπως του όριζαν οι ρυτίδες της επιφάνειας. Αν έβρισκε και ένα απάστρευτο κουβάρι σκόνης, μια μικρή μπίλια βρόμας η μολυβένια γραμμή ακολουθούσε σε απόσταση το εκτόπισμά της, σχεδον απελπισμένα που δε μπορούσε να ακολουθήσει την ευθεία, την κανονικότητα.
Η κανονικότητα, το σύνηθες, το ανιαρό που τον διάλεξε…

Απελευθέρωσε γυαλιά καρφιά μέσα στο κεφάλι του και άρχιζε να βρίζει, να γκρινιάζει και να βλέπει ολοκάθαρα τι δεν έκαναν για αυτόν και τι δεν έκανε για εκείνη. Και έκανε γραμμές τραβηγμένες, άτσαλα δορίκτητες, αποστειρωμένες από φαντασία μέσα στην πλήξη ευθείες. Έκανε και ένα τραγόμορφο νεαρό που κάπνιζε, έναν που δεν τον είχε απογοητεύσει. Και άλλους ασήμαντους άνδρες, αχυρένιους γείτονες. Δεν περίμενε τίποτα από αυτά τα σχέδια όπως καταλαβαίνετε.

Ένα ξαφνικό φτεροκόπημα μια δεκαοχτούρας, τον τσάντισε και του έπεσε το μολύβι κάτω. Έσκυψε να το πάρει και τότε παρατήρησε ένα κορίτσι με σταρένια ξανθά μαλλιά, με δυο στήθη ροδαλά. Είχε ρίξει τα μαλλιά της πίσω από τους ώμους της. Έβαζε ένα κολιέ με στιλπνές χάντρες στο λαιμό της. Το κολιέ συμμορφώθηκε γρήγορα και έπεσε σαν χέρι μπαλαρίνας ανάμεσα στις εύσαρκες φολίδες των κορυφών του στέρνου της. Το κορίτσι γύρισε την πλάτη της και ένα κτηνώδες σαγόνι με μια διχαλωτή γλώσσα από μελάνι ξεκινούσε από τον ώμο της και συνέχιζε σαν περικοκλάδα προς τη μέση της. Τότε δυο αντρικά χέρια εμφανίστηκαν βίαια με δάχτυλα γαμψόνυχα και την άρπαξαν απο τα ραδινά μπράτσα της. Το κορίτσι έπεσε σαν κλαράκι πάνω στο παράθυρο και το τράνταγμα ήταν αρκετό για να ραγίσει το γυαλί σαν φλεβίτσες σπασμένες σε δυο κουρασμένες γυναικείες γάμπες που διασταρώνονται μεταξύ τους. Τα χέρια την ανασήκωσαν απο το παράθυρο και την πέταξαν ξανά πίσω. Έβλεπε πια μόνο τα μαλλιά ξέπνοα να πηγαινοέρχονται πέρα δώθε και να κολλάνε σαν μαγνήτες πάνω στο τζάμι. Το εύθραστο σώμα, νηστικό όπως φαινόταν, κατακρημνίστηκε μαζί με ένα κεφάλι βαρύ και το ξύλινο παντζούρι σφράγισε την κτηνωδία.

Άφησε την καρέκλα και το σκαμπό, τα μισοτελειωμένα σχέδια, το κασκόλ του και μπήκε στο υπνοδωμάτιό του κλείνοντα το δικό του παράθυρο. Άνοιξε την τηλεόραση και έστριψε ένα τσιγάρο.

Βγήκε να μαζέψει τα έπιπλα, αφού πέρασαν πέντε μέρες, ένα απόγευμα μετά τη δουλειά. Δεν κοίταξε προς το κλειστό παράθυρο… δε θα το έκανε ούτε για πλάκα. Ούτε για να καυχηθεί στον ίδιο του το εαυτό ότι το έκανε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s