Αστικό τοπίο

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

E11D1260D06D7DDC7B076F84D29BE5C1

Σήμερα είναι Τετάρτη. Στον κάθετο δρόμο κάτω από την πολυκατοικία μου έχει λαϊκή αγορά. Απο το μπαλκόνι φαίνονται οι σκεπές από τα φορτηγάκια σαν ψηφιδωτός διάδρομος. Άλλες πρασινωπές μουχλιασμένες, άλλες μπλε χοντροκομμένες και άλλες πορτοκολί χτυπητές φτιάχνουν ένα μονοπάτι με τη θούρια κουρελαρία τους εως το τέλος της Σκοπέλου.

Στο πατρικό μου σπίτι, λαϊκή αγορά είχε κάθε Δευτέρα μαζί με την πρώτη μέρα της εβδομάδας του σχολείου. Δε με ενδιάφεραν οι κλαρωτοί πλαστικοί μουσαμάδες, που αγόραζε η γιάγια μου. Τα φρούτα δεν τα’ τρωγα και τα λαχανικά μου πίκριζαν. Έπαιρνα δώρο κάθε φορά ένα παραμύθι με χάρτινο εξώφυλλο, που μετά γινόταν βεντάλια πρόχειρη ή ανάχωμα για το σκεβρωμένο πόδι κάποιας καρέκλας.

Λαχτάρα να γυρίσω από τα μαθήματα να δω το παραμύθι που θα μου είχε αγοράσει η γιαγιά μου. Ο παραμυθάς μου φάνταζε σαν φωτογραφία γέρου με γένι λευκό, τραγιάσκα και πηχτή μελένια φωνή. Επειδή πουλούσε παραμύθια, έπρεπε να τα διαβάζει και ωραία. Μια Δευτέρα αργία, η γιαγιά μου με πήρε μαζί της στα βδομαδιάτικα ψώνια. Όταν είδα τον παραμυθά, απογοητεύτηκα. Έμοιαζε με ένα συνηθισμένο, σκληρό παππού. Είχε ξερό, χιλιογραμμένο δέρμα και ήταν κοντόχοντρος. Δεν έμοιαζε με ευγενικό Άγιο Βασίλη, αφηγητή για να με ταϊσει. Μου είχε φανεί άγριος, γιατί διαλέγοντας παραμύθι συγχύστηκε ότι θα του τα ανακατέψω. Ήθελε να φαίνονται τα καινούρια πάνω πάνω. Θυμάμαι μαζεύτηκα και πήρα ένα παραμύθι στην τύχη που είχε ήρωα ένα αγοράκι. Δε μου άρεσαν τα παραμύθια με αγόρια, γιατί ήταν άταχτα και περίεργα, έμπαιναν σε περιπέτειες και μέχρι να τελειώσει η ιστορία και να πάνε στην ευχή της Παναγίας, ανησηχούσα και τρωγόμουν. Επιπλέον, η εικονογράφηση ήταν συνήθως μπλε και κίτρινη έντονη και εγώ ήθελα σβησμένα ροζ και βελουδένια θαλασσιά. Ήθελα και φουσκωτά φορέματα. Τέλος πάντων, ήταν καταστροφή το συγκεκριμένο παραμύθι για μένα.

Πρόλαβα και τον αυγουλά με κάτι χέρια που έπιαναν τρια αυγά μαζί. Και έπρεπε να φάω αυγά για να γίνω “έτσι δυνατή”. Απόλυτα αδιαφορούσα για το αν θα γίνω τεράστια με κόκκινα μάγουλα. Μάλλον ήθελα να είμαι μικροσκοπική, φτάνει να μην περίμενα πολύ  στριμωγμένη σε ουρές με μεγάλους και αισθανόμουν πως δε μπορούσα ούτε να φτάσω στο φως του δωματίου ούτε να τρέξω και “να κουντουρντέψω”, που σήμαινε απαξ και σημειωνόταν πώς έπρεπε να κολοβώσω την διάθεση για τρεχαλητά.

Αυτές οι φιγούρες είναι καλτ και έχουν ακόμη ακτινοβολία δικιά τους, αν και λαϊκές αγορές έχουν ξεφτίσει. Οι μικροπωλήτες παιχνιδιών, οι οπωροπώλες, οι έμποροι με τους πάγκους με τα μακό μπλουζακια ευτελίζονται σε ρεπορτάζ αχρωμάστιστα πρωινής ελαφριάς ενημέρωσης. Παρουσιάζονται σε τηλεοπτική διαφημιστική λούπα σατυρικών εκπομπών για να τους ειρωνευτούμε με τις πεζοδρομιακές ατάκες τους και τις ανθρώπινες γκριμάτσες τους.

Στις λαϊκές, έχει πλάκα. Είναι πανηγύρι με φωνές. Πόσο ζωογόνες είναι για την γειτονιά το καταλαβαίνεις, αφού μαζέψουν τα τραπέζια τους. Στα πατημένα πορτοκάλια που κύλησαν κατά λάθος, σε ένα άδειο καφάσι, σε μια διαφανή σακούλα, στεναχωριέσαι για τη ζωή που υπήρχε εκεί το πρωί σε ένα δρόμο που απλώς τα αυτοκίνητα τον περνούν. Δίνουν ζωή πολλή και συναντήσεις εκεί που άνθρωποι κλείνονται πίσω από πόρτες και δεν χαιρετιούνται, δε γνωρίζονται και δεν ενδιαφέρονται.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s