Άτιτλο #6

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

d356d6a4a75a9bd904029bd7dc35e4c9

Τους ζει και γράφουν ώρες.

Με γραφομηχανές μπροστά τους, με μολύβια και τετράδια και δεν κάνουν ένα λάθος. Σε γραφεία μπροστά από παράθυρα χωρίς τζάμια καθηλωμένους στο κέντρο της γης.

Αυτή φτιάχνει όλο μουτζούρες. Είναι σαν μαύρα σύννεφα και ξεχνάει τι έχει σβήσει με τα ξέφτια αυτιά του μολυβιού.

Κάποιες φορές επανέρχεται σε αυτά.

Τα ανακρίνει κοντά στη λάμπα.

Προσπαθεί να θυμηθεί τι έχει έπειτα από την τελεία.

Προσποιείται ντεζαβού, μπαίνει σε χρονομηχανές. Όλα αυτά για να θυμηθεί.

Τους βλέπει να σβήνουν και τσιγάρα σε γεμάτα τασάκια και έχει πλάκα, γιατί αυτή αν καπνίσει πάνω από δυο τσιγάρα πονάει το στομάχι της και ζαλίζεται και αρχίζει να μυρίζει τα νύχια της ένα ένα και λέει “πως μυρίζουν έτσι, θα τα ξεριζώσω”.

Τους έζησε. Φορούν μυωπικά γυαλιά. Αυτή τα βγάζει από ματαιοδοξία.

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν. Ένα από αυτούς είναι εκείνη.

Υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν για τους αναγνώστες. Νιώθει λίγο χρησιμοποιημένη με αυτήν την παραδοχή. Εκείνη νόμιζε πως γράφει για τον εαυτό της και έλεγε προτιμώ την απομόνωση από τα αφεντικά.

Νόμιζε πως τους απολαμβάνει.

Πως είναι θίασος και παράσταση και μαριονέτες και τραβάει σχοινιά για να σηκώσετε ένα τηλέφωνο, να παραιτηθείτε από τη δουλειά σας, να γράψετε ένα κοινότυπο ερωτικό γράμμα. Σας αφήνε δήθεν ελεύθερους να κάνετε ό,τι θέλετε και σας παρακολουθούσε να μιλάτε, να ερωτεύεστε, να κάνετε σεξ, να τρώτε γαρίδες και τα μικρά τους σομον ποδαράκια να κρέμονται από τα στόματά σας. Νόμιζε, λοιπόν, πως έγραφε για την ίδια, αλλά εσείς τη χρησιμοποιείτε. Της δώσατε αύτον τον επιζήμιο ρόλο. Την κάνατε τεμπέλα, να της αρέσουν οι περίπατοι, να της αρέσουν τα όμορφα πόδια, τα σπαστά μαλλιά, να προσέχει τα φαγωμένα νύχια, να ζωγραφίζει βρόμικα πιάτα σε ένα νιπτήρα, να παρακολουθεί στο υποβολείο τις πρόβες σας στον καθρέφτη. Και εσείς λέτε και λέτε ιστορίες.

Και επειδή τελείωσαν οι κηρομπογιές και οι τέμπερες και τα παιδιά μεγάλωσαν, τους βάλατε να γράφουν για να σας θυμούνται. Επείδη νομίζετε πως είστε ιδιαίτεροι.

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν, επειδή δε μπορούν να μιλήσουν. Ένας τοίχος είναι καλός για να χτυπήσεις το κεφάλι σου, να εξασφαλίσεις τα νώτα σου. Με ένα τοίχο θα συμβιβαστείς πολύ γρήγορα. Η έλλειψη φέρνει φλυαρία και το λευκό χαρτί είναι ελκυστικό σαν μισόγυμνη νεαρή γυναίκα.

Δε μπορούν να μιλήσουν.

Ίσως εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες να μιλάει δυνατά ανάμεσα σε κόσμο. Και έτσι μιλούσε και μιλούσε, καθώς αναπηδήσεις πάνω σε πλήκτρα δαχτύλων έσπαγαν τις σιωπές. Και έγραφε με τα μαλλιά της καλοχτενισμένα και το ρύγχος της μύτης να γυαλίζει από τη στεγνή καθαριότητα.

Με το τελευταίο μολύβι, ένα σπασμένο, ξυσμένο με μαχαίρι θα γράψει μια ιστορία μιας κυρίας, που γεννήθηκε ένα βράδυ δίχως καμία μεγάλη προσδοκία να εκδοθεί. Απλώς ήθελε ένα πορτρέτο, αλλά σας είπα. Τα χρώματα είχαν τελειώσει. Μόνο ένα μολύβι είχε μείνει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s