Κοιλιόδουλο πλάσμα

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή Η συνάντηση με τον οδοντίατρο ήταν εξ ορισμού σίγουρη. Είχα ιδιαίτερη αγάπη στα γλυκά και καθολου στο βούρτσισμα. Η μητέρα μου με παρακαλούσε, με απόπαιρνε, με εκβίαζε, αλλά εγώ δεν βούρτσιζα τα δόντια μου. Θυμάμαι την αίσθηση. Είχα κάποια ευαισθησία στα ούλα και αισθανόμουν τις τρίχες της οδοντόβουρτσας να γδέρνουν την επιφάνεια των δοντιών μου και να φτιάχνουν ολόισιες μολυβένιες γραμμές που καταλάγιαζαν μονάχα σαν έφταναν στα ούλα, αυτά που δεν τα βλέπει το φως όταν ανοίξεις το στόμα σου να φωνάξεις “Μαμά!” ή να γελάσεις μέχρι να μουδιάσουν οι λοβοί των αυτιών σου και να σε πιάσει ένα πονάκι σύρριζα των μαλλιών του κεφαλιού σου. Αργότερα, βγήκαν παιδικές οδοντόκρεμες, κάτι πράσινες και μπλε με γεύση από γρανίτα. Αυτές ήταν τόσο νόστιμες, που τις καταβρόχθιζα αντί να καθαρίσω το στόμα μου. 1bfeb4c423c4bb23edef2e6348f04a9c Αυτή η ιστορία δε θα μπορούσε να έχει ευοίωνη κατάληξη. Ειδικά τα καλοκαίρια, μετρούσα τα παγωτά που έτρωγα και πάντα έβγαιναν πολλά περισσότερα από τα μπάνια. Μου άρεσε ένα με  γεύση καϊμάκι που΄χε στο πάτο μαρέγκα και φύλλα σοκολάτας. Η γιαγιά έλεγε πως το καϊμάκι είναι το καλύτερο παγωτό του κόσμου. Η άποψη της σαφώς και ήταν σωστή. Το καϊμάκι ήταν το πιο ωραίο παγωτό του κόσμου. Συνδύαζε παιδικότητα και ενηλίκωση στη γεύση. Σκεφτόμουν μεγάλες χύτρες με ασπροντυμένους ζαχαροπλάστες να ανακατεύουν το γάλα και τη ζάχαρη και να δοκιμάζουν το μείγμα ανά δέκα γύρους της κουτάλας. Όσο ζαλιζόταν το γαλακτερό έδεσμα, τόσο χώνευε τη ζάχαρη και εκείνοι (οι ζαχαροπλάστες) για να ευχαριστήσουν την αδηφάγα  όρεξη του παγωτού έριχναν με ροζ κανάτες και άλλους κρυστάλλους που στραφτάλιζαν στο φως του εργαστηρίου, πριν λιώσουν μέσα στα σπλάχνα του αφρού μαζί με το σαλέπι. Το καϊμάκι είναι μια κλεμμένη κόρη, μια αναγεννησιακή πριγκίπισσα μισοκοιμισμένη και γυμνή από τον αφαλό και πάνω.  Ήταν η Φρύνη και η Πανδώρα και άλλες παρεξηγημένες Καρυάτιδες με πλούσιες καμπύλες, καθόλου σφραγίσματα και ζαχαρένιες ανάσες.  Η γιαγιά το σέρβιρε σε μικρά γυάλινα μπολάκια από την προίκα της. Έβαζε και λίγο σιρόπι βύσσινο και φανταζόμουν τα μαλλιά της ναρκωμένης κόρης να χύνονται πυκνά και κατσαρά στο σώμα της. Μια μπούκλα να αγγίζει το πάτωμα. Και κάπως έτσι μαζί με παραμύθια, το’ τρωγα και τελέιωνα και ήθελα και άλλο. Καθόλου αθώο. enhanced-buzz-16074-1375465275-1 Αυτή, όμως, η πλαγγόνα από γάλα και ζάχαρη καθόλου καλούς σκοπούς δεν είχε. Κοιμόταν σε αιώρες ανάμεσα στα ούλα μου, παιχνίδιζε με τη σταφύλη μου και όταν φοβόταν πως θα την βρει κανείς, έσπρωχνε τα γεμάτα μπράτσα της και έσκαβε με τα νύχια της να βρει καταφύγιο στη μύλη. Ο πόνος από όλες αυτές τις εργασίες στο τέλος του καλοκαιριού έγινε αφόρητος. Τον ακολούθησε λίγος πυρετός και πολλή γκρίνια από αυτήν των κοριτσιών στα έξι τους, την ανατριχιαστικά συνεπή. Απειλή, πια! Το παγωτό δεν είναι γλυκό για χωρισμούς. Είναι κλοπιμαίο θεϊκό πάθος. Να ταϊζουμε τις χρυσόμυγες και να γλείφουμε την ανάποδη του κουταλιού. Τυγχάνει τέτοιας συλλογής χαρισμάτων, που στο τέλος τα συμμαζεύει κιόλας. Συμφωνία και ταμάμ!

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s