Βίοι παράλληλοι

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

hqdefault-6

Λοιπόν πια δε σου μένει τίποτα πέρα από κάποιες πολύ μεγάλες προσδοκίες και κάποια εντελώς απερίγραπτα όνειρα. Απατηλά και λαϊκά.

Σου απομένει μια αρχοντιά από βικτωριανή εποχή, μερικές ξεμαλλιασμένες βλεφαρίδες, ψεύτικες και μια ρόμπα ημιδιαφανής, το πρόσωπό του μέσα στις χούφτες σου και μια φωτογραφία ασπρόμαυρη περισσότερο για το καλτ της χρονιάς του 2015 παρά για την ανάμνηση.

Τα κάνεις παζλ και τα αυτοκτονείς μέσα στο νεροχύτη με τα ευαίσθητα κυλοτάκια.

Κάπως έτσι τελειώνει ένας ακόμη έρωτας μια Τρίτης, προτελευταίας του Ιουλίου. Μιας Τρίτης που δεν θα τη θυμηθείς ακόμη και αν σημειώσεις από άκρη σε άκρη με καρφίτσες τα μέτρα της.

O νεροχύτης που τα ρουφάει όλα τα αίματα.

Και τι ιδέα και αυτή… να σου περάσει η μοναξιά γράφοντας για αυτήν. Να την περιγράψεις εντός, εκτός και επί τ’ αυτά.

Εδώ σήμερα, έχει κάτι τρομερά αερικά. Ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού, πέφτει το βάζο και σπάει σε χοντρά κομμάτια, στη μέση, σε ακίδες, σε γρατζουνιές, σε παιδιά, σε αναμνήσεις. Κλείνει το παράθυρο του φωταγωγού. Μπερδεύεται η κουρτίνα ανάμεσα στην κάσα του παραθύρου και στο χερούλι του και αφομοιώνει τον γδούπο και το τράνταγμα του σπιτιού. Το σπίτι έχει πολλαπλούς οργασμούς. Αχ και βαχ και αναστενάγματα. Τρίζουν τα ποτήρια στο σερβάν. Ταυτόχρονα, ευκαιριακά ακούγεται η γαϊδουροφωνάρα του σκατόγερου από το μπαλκόνι του πρώτου. Το ραδιόφωνο δυναμώνει για να αντηχήσει έως τις σπηλιές της Ικαρίας, έως τους μύλους της Αστυπάλαιας, έως τα μάτια του Θεού στη Θάσο. Σκαρφαλώνει σε πουλιά. Ψύξη στο λαιμό μου και δε μπορώ να γυρίσω σε δω.

tumblr_noze2t6erQ1u86sxoo1_500

Είναι εκείνες οι ώρες που οραματίζεσαι τα γόνατά σου να έχουν σημάδια. Βασικά, τα βλέπεις, τα αγγίζεις. Μικρά σημάσια από πετραδάκια, από τα γεννήματα της ασφάλτου. Πότε έγιναν αυτά; Προσπαθείς να θυμηθείς. Δεν ειναι πολύ ώρα. Το οίδημα είναι φρέσκο. Βλεφίτσες πεταρίζουν. Πετραδάκια από την άσφαλτο… ήσουν εσύ γονατιστός και παρακαλούσες. ¨Στάσου, ένα λεπτό! Μη χωρίσουμε, μη! Πώς αντέχεις αυτό εδώ τον παγετό; Εμείς, ρε; Εμείς ιδρώναμε κάθε βράδυ ο ένας δίπλα στον άλλον στο κρεβάτι! Σπρώχναμε το πάπλωμα με τα πόδια μας από την κάψα των σωμάτων μας. Ένα κρεβάτι δόλιο και ένα νυφικό πάπλωμα είχαμε και ερωτευόμασταν κάθε βράδυ. Εμείς χώρια; Σε ξαναρωτάω; Πώς χωρίζουν οι άνθρωποι που αντάλλαξαν ύπνο, πιάτα με φαγητό και χαμόγελα;

Τις προάλλες βρήκα το σημείωμά σου. Σε πονούσε το δόντι σου φρικτά και είχες αϋπνίες. Έκατσες και μου έγραψες με κάτι γράμματα σα ξιφολόχγες. Δε ξέρω αν ήταν από τότε τόσο κοφτερά. Τώρα τα είδα αιχμηρά αυτά τα λάμδα τα ψιλόλιγνα και αυτά τα γάμα σαν πελώριες γυναίκες του Μοντιλιάνι και κάτι πι σαν ζουμερές, αγοραίες φιγούρες του Λωτρέκ. Και ξέχασες και έκεινα τα γέλια, καθώς ανηφορίζαμε σε ένα καντούνι. Τόσο ανηφορικό με ψηλά παπούτσια και μας έκοψαν τις ανάσες τα γέλια καμπανες, γιορτές του Δεκαπενταύγουστου  και σταματήσαμε λαχανισμένοι και νόμιζε ο κόσμος πως έχουμε καπνίσει τσιγαριλίκια. Μα δεν τα χρειαζόμασταν. Και εμείς οι δυο χωρίσαμε.

Και χωρίζουν οι άνθρωποι, όλοι δηλαδή. Και δε μπορείς να διανοηθείς πως γίνεται. Εμείς, λεμε όλοι. Εμείς που κάναμε αυτό και εμείς που κάναμε εκείνο. Και κοίτα με τώρα με τα γόνατά μου να σε παρακαλώ μέσα στο δρόμο, να σε παρακαλώ με αυτό το γράμμα, να σε παρακαλω με αναμνήσεις, να σε παρακαλώ να με δεις όπως με ερωτεύτηκες. Και να σηκώνεις το βλέμμα και να αντικρύζεις μια θεατρική μάσκα, ειρωνική και άχαρη. Να σου λέει φίλοι, χρόνια πολλά στις ονομαστικές εορτές, να προσέχεις… να σου λέει.

Ολότελα άλλος.

Άλλος, ξένος, απόκληρος.

Και μαζεύεις σε ένα κουτί τα σκουλαρίκια που σου είχε κάνει δώρο, ένα εισιτήριο, μια απόδειξη από το εστιατοριο. Φυλακίζεις τα πάντα μέσα σε αυτό το κουτί; Τα αστέρια από εκείνο το βράδυ με τη διακοπή ρεύματος, πώς να τα ζωγραφίσεις σε ένα λευκό χαρτί, να το κόψεις δυο, τέσσερα, έξι κομμάτια το χαρτί. Να το κάνεις χαρτοπόλεμο. Να τα σκορπίσεις.

Και ο άλλος σου φέρνει τα πράγματά σου. Με μια αδιάφορη φωνή και ένα άκαμπτο σώμα. Σου τα αφήνει σε μια σακούλα  δίπλα στα πόδια σου. Μην πιάσει το χέρι σου. Το αποσμητικό, ένα ζευγάρι παντόφλες, ένα εσώρουχο, μια κρέμα σώματος. Κράτα τα, μωρέ. Κράτα τα.

Εκείνος ο άλλος, ο ξένος πια.

Να τα πνίξεις ολόκληρα μέσα στο νεροχύτη.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s