Μουσαμάς

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

02d475ad08aa95c355033f20e4d45315

Κατέβηκε στην αποβάθρα του τρένου. Πορτοκαλένια πλακάκια και άλλα κίτρινα, όλα μαζί μια χαλασμένη μασέλα γέρου που με τα ασθενικά του χέρια τρίβει μόνο τους κυνόδοντες, ενώ οι γομφίοι παραμένουν λασπωμένοι από κομμάτια κρέατος, ψηφιδωτά με καφέ και παξιμάδια. Αποχρωματισμένο φόντο. Ο προηγούμενος συρμός παράτησε έναν συριστικό ήχο και μια μπόχα σαν τα αλεσμένα λέσια σιδερικών που τρίφτηκαν μεταξύ τους για να βγάλουν φωτιές και ανάσες.

Ζέστη. Πόση ζέστη. 

Έκατσε στο άδειο παγκάκι με τα ποδια της ορθάνοιχτα κάτω από το λεπτό ύφασμα της φούστας. Απέμεινε να κουνάει ανεπαίσθητα τα ρουθούνια της. Τα βλέφαρά της ακίνητα είχαν χαρακιές από αλατισμένο ιδρώτα και τα χείλη της σκονισμένα από το νέφος της Ομόνοιας, παραμέρισαν τη συνήθη ενεργητικότητά τους για να ξαποστάσει το σώμα της.

Η θερμοκρασία είχε φτάσει σαραντα δύο βαθμούς. Εκεί, όμως, κάτω στο σταθμό ολοένα ερχόταν το κέντρο της Γης πιο κοντά.

Οι δύο τάφροι, αδειανοί, με τις ράγες του τρένου να γέμιζαν νερό με βατράχια και βδέλλες. Να χωνόμουν έως τις ρίζες των μαλλιών ανάμεσα στα πεθαμένα τρωκτικά, τα παράσιτα τνω ιδεών που μεγαλώσαμε, τα σπασμένα μέλη μιας κούκλας που αν της κούρδιζες ζητούσε γλυκά και αγκαλίες. Να έπεφτα στις ράγες σαν σε κατάδυση. Να έφτανα κολυμπώντας έως τον Πειραιά, το Μοσχάτο, την Καλλιθέα, τα Πετράλωνα. 

Ένα στρώμα υγρού καύσιμου είχε απλωθεί σαν πέπλο προστασίας σε όλο το σώμα της, που προσπαθούσε να το συνεφέρει, να το ταρακουνήσει. Άρχισε να αισθάνεται κρύες σταγόνες να εισχωρούν από τις μισάνοιχτες άκρες των χειλιών της και να αλλάζουν τη γεύση της γλώσσας της δραματικά.

Οι προδομένοι έρωτες μονάχα καθορίζουν τις ζωές μας. Ακόμη και οι ανεκπλήρωτοι μπορούν να σβηστούν και να πάρουν τη θέση τους ήρεμες και απλές αγάπες ρουτίνας και ασφάλειας οικογενειακής και να απομείνει κάποια μικρή ανάμνηση ξεχαρβαλωμένη σαν τις κιθάρες του Ποιητή. Κανείς δεν μπορει να επιστρέψει εκεί που βρισκόταν πριν το ψέμα. Η αποκάλυψη της πραγματικότητας είναι μια στιγμή της ζωής που αναπολείς ως αφετήρια και τέλος. Και πόσο περίεργο -άρα ανθρώπινο- που αυτά τα δύο τόσα αντίρροπα ξεκινούν και τελειώνουν μαζί. Σαν αδέρφια που χωρίζουν κληρονομιές, τσακώνονται και φιλιώνουν και κοιμούνται αγκαλιασμένα κάθε βράδυ.  Αρχή και τέλος. Όλο αντιθέσεις μοιάζει να έχει η ιστορία που τελικά καταλήγει σε μια ομοιότητα. Κάθε ένσταση παράγει ένα κλισέ και κάθε πρόκληση μια αλληλουχία εκ του ασφαλούς πράξεων.

Δεν υπήρχε χρώμα από καλοκαίρι στην αποβάθρα. Όλα τα τεχνικά φάσματα του φωτός μιμήθηκαν τις τεχνικές αποχρώσεις της κόλασης.

Ο συρμός σταματώντας σήκωσε ένα καπνό απορυθμισμένου μπουκέτου ήχων. Η πόρτα χαστούκισε τα πλευρά του βαγονιού. Η ατμόσφαιρα εκεί μέσα ήταν η γνώριμη μυρωδιά των κουρασμένων ανθρώπων σε ένα παράδοξο μίγμα με αυτό το ευχαριστημένο απωθημένο των τουριστών του ξελογιάσματος της αθηναϊκής πρωτεύουσας.

Οι ερωμένες έχουν μοίρες κοινές. Να παραμείνουν στο άχρονο κρυφό σύμπαν της σιωπής και της απόλυτης ηδονής. Το ανεκπλήρωτο της γυναικείας φύσης για την απόλυτη εξουσία πάνω στην καρδιά του αφεντικού τους θα μείνει το οικόσημό της και αυτό το οποίο είναι στο στοιχείο που τις κάνει δακτυλοδεικτούμενες στη γειτονιά. Τι περίεργο, όταν για εκείνες είναι η υπομονή τους και η αρχοντιά τους και η δανδέλα η προσεγμένη στα εσώρουχά τους και η μαλαματένια καύλα τους.

Τα αρρωστημένα πόδια των διαβατών πάνω στην επιφάνεια της πλατείας τραντάζουν την οροφή του σιδηροδρομικού δικτύου. Κάθονται και πίνουν ένα φαρμάκι καφέ μέτριο με καυσαέριο κοφτή κουταλιά στο όρθιο. Οι επαρχιώτες που κατεβαίνουν στο κέντρο, οι αργόσχολοι, οι πιωμένοι κορμοράνοι, οι μακάβριοι εργάτες του μεροκάματου, οι τρανς, οι ανέμελοι, αυτοί που αγαπούν τις γιούχες, οι μικροπωλητές, οι ψαράδες της ώρας…

Η δημοκρατικότητα μιας πρωτεύουσας αποδεικνύται από / με την πολυπολιτισμικότητά της. Όσο πιο φτωχοί οι διάφοροι λαοί που ζουν εκεί, πιο σπλαχνική μια πόλη, που έχει κάνει τα κουμάντα της σε ταπεινότητα.

Ίδιες σκέψεις στην ίδια διαδρομή.

Κάποιος κοιτάει την ώρα

κάποιος στο δρόμο τρέχει

κάπου σε κάποια χώρα

τώρα μπορεί να βρέχει

Και μένα τι με νοιάζει

εδώ έχει πάντα ήλιο

μόνο που με τρομάζει

οπότε λέω θα φύγω

είχα πει θα φύγω, είχα πει

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ

κι αυτό το καλοκαίρι

λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι

Κάποιος κοιτάει την ώρα

κάποιος στον δρόμο τρέχει

είμαι ακόμα εδώ

Έχει αδειάσει η πόλη

γυρνάω στην παραλία

έχουνε φύγει όλοι

η ώρα πήγε μια

Και μένα τι με νοιάζει

εδώ έχει πάντα ήλιο

μόνο που με τρομάζει

οπότε λέω θα φύγω

είχα πει θα φύγω είχα πει

Να πιούμε κόκα κόλα βανίλια με χοντρό καλαμάκι και πολλά παγάκια σε ένα πατάρι σε κάποιο εξαθλιωμένο μαγαζί του Πειραιά.

Να βλέπουμε τον κόσμο μέσα στη βροχή με τις βαλίτσες και τα ψάθινα καπέλα, αργόσχολους εξωγήινους.

Εμείς που δε θα πάμε διακοπές…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s